Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2013

Η Σάρκωσις του Λόγου (πανηγυρικός λόγος Μακαρίου Σκορδίλη)

για την Σάρκωση του Λόγου (από άγιο Μάξιμο Ομολογητή και το βιβλίο φιλοσοφικά και θεολογικά ερωτήματα, λόγος Δ')


Από πανηγυρικό λόγο εις την Γέννησιν του Χριστού, του Μακαρίου Σκορδίλη.

Χριστός γεννάται, δοξάσατε, Χριστός εξ ουρανών απαντήσατε, Χριστός επί γης υψώθητε• άσατε τω Κυρίω πάσα η γη• εξέλθετε λοιπόν από τας θύρας του ουρανού, σεις οι λειτουργοί του Πρώτου Φωτός, αι δεύτεραι λάμψεις και ακτίνες της Υπερφώτου Ουσίας, τα νοερά και άυλα πνεύματα των Αγγελικών ουσιών δια την παράδοξον ταύτην θεωρίαν εξέλθετε, δια να Τον προϋπαντήσετε ουχί ως φοβερόν Βασιλέα επάνω εις τα ύψη του Ουρανού, αλλ’ ως ταπεινότατον δούλον μέσα εις το σπήλαιον της Βηθλεέμ• ουχί δια να ψάλλετε το εν τοις υψίστοις μέγαν Θεόν, αλλά το εν τοις ταπεινοίς μικρότατον Βρέφος• ‘’και εξαίφνης εγένετο συν τω Αγγέλω πλήθος στρατιάς ουρανίου, αινούντων τον Θεόν και λεγόντων’ δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία’’. (Λουκ β’13,14)

.......

…στην Αγία Τριάδα δεν νοούμε τρεις φύσεις αλλά τρεις υποστάσεις, ούτε μίαν
υπόστασιν, επειδή είναι μία ουσία και φύσις αλλά μίαν μόνην ουσίαν και φύσιν εις τρεις υποστάσεις, ούτω και εις το Παιδίον τούτο όπου γεννάται την σήμερον, δεν δυνάμεθα να είπωμεν ποτέ δύο υποστάσεις, διότι έχει δύο ουσίας, ούτε πάλιν μίαν ουσίαν, διότι έχει μίαν υπόστασιν, αλλά μιαν μόνην υπόστασιν εν δυσί τελείαις ταις φύσεσι και ενεργείαις. Προσκυνούμεν λοιπόν και λατρεύομεν εκεί μίαν μόνον ουσίαν και φύσιν της Θεότητος εν τρισίν υποστάσεσιν, προσκυνούμεν και εδώ μιαν μόνην υπόστασιν, εν δυσί φύσεσιν. Ομολογούμεν εκεί αδιαίρετον την ουσία της Θεότητος διηρημένας δε τας υποστάσεις και ασυγχύτους. Ομολογούμεν και εδώ αδιαίρετον την υπόστασιν, διηρημένας δε τας φύσεις και άσυγχύτους.

Όλον εκεί αχώριστον τον Υιόν και συναϊδιον τω Πατρί και τω Πνεύματι, όλον αχώριστον και εδώ τον Υιόν εν τη Μητρί και τοις άνθρώποις. Εκεί Άναρχον γέννησιν εκ του Πατρός, εδώ χρονικήν γέννησιν εκ της Μητρός εκεί αμήτορα Υιόν εν Πατρί, εδώ απάτορα Υιόν εν Μητρί. Ώστε όπου εκεί ομολογούμεν και πιστεύομεν άσαρκον Λόγον εν ουρανώ εκ του Πατρός, εδώ πιστεύομεν σεσαρκωμένον τον Λόγον εν τη γή εκ της Μητρός. Πιστεύομεν λοιπόν το Παιδίον τούτο τέλειον Θεόν και τέλειον άνθρωπον, δύο τας φύσεις και ενεργείας δοξάζοντες, εν μία μόνη τη υποστάσει. Πιστεύομεν και ομολογούμεν ακόμη και την Μαρίαν Παρθένον και Θεοτόκον, Παρθένον εν τόκω, προ τόκου και μετά τόκον, διότι άπάτωρ εν τη γεννήσει ο Λόγος, Θεοτόκον, διότι ο γεννηθείς, και τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος εγεννήθη εξ αυτής.

Εμάθαμεν το ένα μυστήριον της σημερινής εορτής, πώς πρέπει να πιστεύωμεν το Παιδίον τούτο. Αλλά πώς να μάθωμεν διά το άλλο, το οποίον φαίνεται πολύ δύσκολον; Είπομεν, ότι ό Θεός φύσει δεν θεωρείται από τίνα, λοιπόν πώς θα τον ίδωμεν ημείς; Θεός τέλειος και άνθρωπος τέλειος, μας είπεν ό Δαμασκηνός, ότι είναι το Παιδίον τούτο, και τοιουτοτρόπως να το πιστεύωμεν, ως Άνθρωπον το θεωρούμεν εν τη φάτνη, διότι είναι νήπιον, διότι είναι σεσαρκωμένον, διότι τρέφεται με γάλα, διότι ενδύεται με σπάργανα, ίδια της ανθρωπίνης φύσεως. Διά να το ίδωμεν όμως ως Θεόν, εδώ μεγάλη η δυσκολία, ακούω τον Ευαγγελιστήν Ιωάννην όπου λέγει ‘’Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε» (Ιωαν. α' 18) και αφού κανένας δεν είδε ποτέ τον Θεόν (κατά την μαρτυρίαν του Ιωάννου), πως ημπορούμεν τώρα ημείς να τον ίδωμεν την σήμερον εις την Βηθλεέμ;

Άλλ’ αυτού βλέπω μέγαν Προφήτην όπου αναβαίνει δρομαίως εις το όρος του Σινά διά να ίδη τον θεόν, και να ομιλήση με Αυτόν, και εγώ θέλω να φωνάξω διά να μου δείξω τον τρόπον να ίδω και εγώ τον Θεόν, Μωϋσή, Μωϋσή, μένε ολίγον παρακαλώ δια να σε ερωτήσω δι' εν μυστήριον, αυτού όπου αναβαίνεις δια να ίδης τον Θεόν, δεν με παίρνεις και εμέ, δια να ίδω το σεβάσμιον Αυτού πρόσωπον; δεν μοι ερμηνεύεις τον τρόπον δια να ίδω και εγώ τοιούτον παράδοξον θαύμα; αχ, με κωλύουν αι αμαρτίαι, και δια τούτο μου λέγει ο Μωυσής, ‘’Μη, μη εγγίσης ώδε, είναι τρόμος και φόβος, εδώ σείονται τα βουνά, καπνίζονται αι κορυφαί και τρέμει το όρος από τον φόβον, εδώ άστραπαί, εδώ θύελλα και γνόφος, εδώ φλόγες αναβαίνουν έως τον ουρανόν, εδώ αί βρονταί των σαλπίγγων εδώ καίεται ή κορυφή του Σινά από το πυρ της Θεότητος, ώστε μη υποφέρων να ενατενίσω εις τας ακτίνας εκείνας της θείας δόξης, σκεπάζω το πρόσωπον, και τρέμων από τον φόβον μου κρύπτομαι εντός λίθου, μη με εγγίσης λοιπόν, διότι και εγώ, μόλις είδον μέρος του Θεού αμυδρώς’’.

Φευ της δυστυχίας! και αν ο Μωϋσής, όπου είναι Προφήτης και Άγιος, δεν ημπορεί να ίδη τον Θεόν, ημείς οι αμαρτωλοί πώς θέλομεν τον ίδει; «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε» (Ίωάν. α' 18)• και πώς να τον θεωρήσωμεν; ακολουθείτε λοιπόν έως εις την Βηθλεέμ, και ίσως να τον ίδωμεν, αυτού δεν είναι φόβος, αστραπαί, γνόφος και φλόγες, ως εις το Σινά, είναι μάλιστα μεγάλη χαρά «Ιδού γαρ ευαγγελίζομαι υμίν χαράν μεγάλην, ήτις έσται παντί τω λαώ» (Λουκ. β' 10)• είναι Ιωσήφ ολίγον λυπημένος, είναι Μαρία Μητέρα, είναι Ποιμένες θαυμάζοντες, είναι βασιλείς δωροφορούντες, είναι πλήθος στρατιάς ουρανίου δοξολογούντες, είναι σπήλαιον, φάτνη και κτήνη, όλα εις χαράν και αγαλλίασιν, είναι μικρόν Παιδίον εσπαργανωμένον εν τη φάτνη• ακολουθείτε λοιπόν, και ιδού το παιδίον ο Ιησούς αυτό είναι τέλειος Θεός και τέλειος Άνθρωπος. Βλέπετε τώρα Χριστιανοί με τους οφθαλμούς τον αόρατον Θεόν; τον πιάνετε με τας χείρας; Άλλ’ ουχί πάλιν σεις δεν εννοείτε το Παιδίον τούτο, ότι είναι καθαρός Θεός, πάλιν σεις δεν θεωρείτε τόσον λαμπρά τον αόρατον Θεόν, διότι έχετε σκεπασμένον το πρόσωπον της διανοίας, ουχί ως ο Μωϋσής από τον φόβον, αλλά ως απαίδευτοι από τον λόγον και λοιπόν προσέχετε μόνον, και θα τον ίδητε με τους οφθαλμούς, και θα τον πιάσετε με τας χείρας.

Δεν είναι αληθές, Χριστιανοί, ότι ούτος ο λόγος όπου ομιλώ εγώ και τον ακούετε τώρα σεις, γεννάται μέσα από τον νουν μου; Ναι, βέβαια' λοιπόν αυτός ο προφορικός λόγος είναι άϋλος, είναι ασώματος• και διά τούτο, ούτε θεωρείται ούτε πιάνεται’ διατί, είπέτε μοι; όταν εγώ τώρα ομιλώ τον πανηγυρικόν τούτον λόγον, και τον ακούετε, ημπορεί κανείς από σας ή να τον ίδη με τους οφθαλμούς, ή να τον πιάση με τας χείρας; ουχί ποτέ• τόσον μόνον όπου ακούετε τον ήχον της φωνής μου, ο οποίος εξέρχεται εκ του στόματος μου, σχίζει τον επιπροσθούντα αέρα, και εκείνος ο κτύπος είναι όπου εμβαίνει εντός των ωτίων σας, και ακούετε τον λόγον• τοιουτοτρόπως είναι φύσει ο λόγος ούτος και αόρατος και αψηλάφητος’ άλλ’ αν πιάσω τον κάλαμον με την χείρα, έπειτα να ζωγραφήσω ή και να κοσμήσω τον λόγον τούτον με φορέματα, ήτοι με τα γράμματα, με τα στοιχεία, επάνω εις χάρτην, τότε παρευθύς δεν γίνεται ορατός και ψηλαφητός ο αόρατος λόγος; τότε παρευθύς δεν τον βλέπετε με τους οφθαλμούς, και τον πιάνετε με τας χείρας; Ναι βέβαια, διότι ούτω θέλει και η αλήθεια• τούτο βεβαιώνει και ο εξ Άγκυρας Θεόδοτος εις τον λόγον των γενεθλίων• ‘’επειδάν ο λόγος ενδύσηται γράμματα και στοιχεία, φαινόμενος γίνεται, όψει καταλαμβάνεται, αφή ψηλαφάται’’.

Τώρα αυτό το Παιδίον είναι ο Μονογενής Υιός του Θεού, ο ενυπόστατος Λόγος του Πατρός, ο ομοούσιος και συναϊδιος τω Πατρί και τω Πνεύματι• ο οποίος ήτο πρώτον ασώματος και άυλος φύσει, και δεν ηδυνάμεθα ούτε να τον ίδωμεν ούτε να τον πιάσωμεν• και τούτο είναι όπου προείπομεν με τον Ευαγγελιστήν• ‘’Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε» (Ιωάν. α’ 18)• αλλά τώρα, διότι εζωγραφήθη με τον κάλαμον του Παναγίου Πνεύματος από τον Άναρχον Νουν, τον Πατέρα, εντός του χάρτου, εις την κοιλίαν της Παρθένου, και εστολίοθη με τα γράμματα, δηλαδή με την σάρκα, γίνεται παρευθύς ορατός και ψηλαφητός ο αψηλάφητος• παρευθύς τον θεωρούμεν, με τους οφθαλμούς, τον πιάνομεν με τας χείρας• θεολογεί εις τούτο και πάλιν ο του Θεού ηγαπημένος Απόστολος και Ευαγγελιστής Ιωάννης• «Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά Πατρός, πλήρης Χάριτος και αληθείας» (Ιωάν. α'14).

Εννοήσατε λοιπόν, αδελφοί μου, ότι εδώ είναι νους, εκεί είναι Πατήρ• εδώ είναι λόγος προφορικός όπου γεννάται από τον νουν αϊδίως, εκεί ουχί προφορικός, άλλ' ενυπόστατος Λόγος και ουσιώδης όπου γεννάται από τον Πατέρα αϊδίως• εδώ εις τον νουν και εις τον χάρτην αχώριστος ο λόγος, εκεί επάνω εις τον Πατέρα και κάτω εις την Μητέρα αχώριστος ο ενυπόστατος Λόγος• εδώ μόνον η χειρ μου δια γραμμάτων γεννά τον λόγον επάνω εις τον χάρτην και ουχί ο νους, εκεί η Παρθένος δια τού σώματος γεννά τον Θεόν επάνω εις την Βηθλεέμ, και ουχί ό Πατήρ• εδώ βλέπετε τον λόγον μου επάνω εις τον χάρτην, διότι τον εστόλισα με τα γράμματα και τον πιάνετε• εκεί βλέπετε τον Λόγον του Θεού επάνω εις την Βηθλεέμ, διότι τον εστόλισεν ή Παρθένος με την σάρκα και τον πιάνετε• εδώ ο νους γεννά αϊδίως τον λόγον και η χειρ μόνον άπαξ εις τον χάρτην, εκεί ό Πατήρ γεννά αϊδίως τον Λόγον, και ή Παναγία μόνον άπαξ εις την φάτνην• ούτος είναι ο τρόπος, Χριστιανοί, με τον οποίον βλέπετε σήμερον τον αόρατον Θεόν με τα όμματα και τον πιάνετε με τας χείρας, ό,τι λογής θεωρείτε τον λόγον μου εις τον χάρτην και τον πιάνετε• δεν χρειάζεται τώρα άλλο, παρά να θεωρήσετε νοητώς και να πιάσετε τον αόρατον δια να εννοήσητε σήμερον τοιούτον παράδοξον μυστήριον• διότι ό,τι λογής δεν ημπορείτε να θεωρήσετε και να πιάσετε τον λόγον όπου γράφει η χειρ μου δια γραμμάτων επάνω εις τον χάρτην, αν δεν αναβιβάσετε πρώτον τον νουν σας εις την θεωρίαν του λόγου, τοιουτοτρόπως δεν ημπορείτε να θεωρήσετε και να ψηλαφήσετε τον Θεόν όπου γεννά η Παρθένος Μαρία δια σαρκός επάνω εις την Βηθλεέμ, ανίσως και δεν υψώσετε πρώτον τον νουν εις την μυστηριωδεστάτην θεωρίαν του Υιού και Λόγου του Θεού.

Υψώσατε λοιπόν τον νουν, την διάνοιαν, τον στοχασμόν, εις το γεννηθέν τούτο Παιδίον, και βλέποντες και πιάνοντες νοητώς τον Θεόν, προσκυνείτε και ψάλλετε ευφραινόμενοι• «Τις Θεός μέγας ως ο Θεός ημών; συ εί ο Θεός ο ποιών θαυμάσια μόνος» (Ψαλμός' 14—15, οα' 18). Ψάλατε αυτώ και προσκυνείτε την Βασιλείαν του, διότι εγώ ακούω ένα άλλον Βασιλέα όπου ετοιμάζεται και αυτός δήθεν δια να τον προσκυνήση και δια τούτο θέλω να του ομιλήσω και να του είπω τοιούτους λόγους.

Παράνομε και ασεβέστατε βασιλεύ, διότι ο ενυπόστατος Λόγος του Θεού γεννάται την σήμερον εις την Βηθλεέμ από την Παναγίαν την Παρθένον, συ βλέπων και καταλαμβάνων τούτον τέλειον Θεόν και τέλειον άνθρωπον, διατί σκοτίζεσαι και ταράττεσαι και αφρίζεις; Διότι εγεννήθη σήμερον ο Χριστός μου Ιησούς εις την γην, συ φθονείς και αγριώνεσαι και θυμώνεις; συ προσποιείσαι προσκύνησιν, διά να τον φονεύσης; συ πολεμείς τον ουράνιον Θεόν, ο οποίος σοι εχάρισεν, αχάριστε, την βασιλείαν και την ζωήν, συ φονεύεις τα νήπια και αρπάζεις ταύτα από τας αγκάλας των μητέρων των; συ ποτίζεις την γην περισσότερον από τα αίματα, παρά η βροχή από τα νάματα; συ σφάζεις δεκατέσσαρας χιλιάδας παιδία, τόσον ώστε να κάνης ώσπερ βουνά τα σώματα των, ανακατωμένα με τας κεφάλας τας κεκομμένας και επάνω αυτών μητέρες ολιγοψυχισμέναι;

Ω ουρανέ και πως δεν κατακαίεις με τα αστροπελέκια τοιούτον παράνομον άνθρωπον; ώ γη και πώς δεν σχίζεσαι ταύτην την ώραν, διά να καταπίης τοιούτον βρεφοκτόνον Ηρώδην; Α, μάταιε και ασεβή, ά, θεοκτόνε και φθονερέ βασιλεύ! Ο αναίσθητος λίθος συμπονεί και λυπείται διά τον φόνον όπου ποιείς εις τα βρέφη και σχιζόμενος εις δύο μέρη κρύπτει την Ελισάβετ με τον Ιωάννην, διά να μη τον φονεύσης, και δεν σχίζεται η λιθίνη καρδία σου, να γνωρίση την αμαρτίαν, να ακούση τας φωνάς των μητέρων και να λυπηθή εις τα δάκρυα όπου χύνουν; «Παύσατε, παύσατε, ώ ευλογημένοι μητέρες, την λύπην, παύσατε τα δάκρυα και τους πόνους, διότι ταχέως επέρχεται ή θεία δίκη επί την κεφαλήν του αντιδίκου σας, να θερίση την ζωήν του και να ρίψη την πονηράν του ψυχήν εις την αιώνιον κόλασιν’ οι δε τρυφερώτατοι βλαστοί, τα ηγαπημένα σας τέκνα, όπου εσφάγησαν διά την Γέννησιν του Κυρίου και Σωτήρος μας, θέλουν ανθήσει εις τον ουράνιον λειμώνα, εις την Βασιλείαν των ουρανών, διά να πέμπωσιν εκείθεν την ευωδίαν εις τας ψυχάς σας».

Ημάς δε, ώ Υιέ του Θεού, όπου μας ηξίωσες σήμερον και επροφθάσαμεν εις την Αγίαν σου Γέννησιν, ως όπου εχρίσθημεν και εβαπτίσθημεν εις την Αγίαν Τριάδα, πιστεύομεν και ομολογούμεν Σέ το μικρόν Βρέφος, τέλειον Θεόν και τέλειον άνθρωπον, ομολογούμεν αχώριστον του Πατρός και αχώριστον της Μητρός. Προσκυνούμεν μιαν ουσίαν και φύσιν εις την Αγίαν Τριάδα εν τρισίν υποστάσεσι• προσκυνούμεν και μιαν υπόστασιν εις σε τον θείον Λόγον εν δυσί φύσεσι και ενεργείαις• Ομολογούμεν ασυγχύτως και αδιαιρέτως τας υποστάσεις εκεί εις την ουσίαν, ομολογούμεν και εδώ, ασυγχύτως και αδιαιρέτως τας φύσεις εις την υπόστασιν’ ορώμεν σε τον αόρατον Θεόν εν τη φάτνη ώσπερ τον ημέτερον λόγον εν τω χάρτη. Κηρύττομεν και την Μητέρα σου, Παρθένον και Θεοτόκον. Προσκυνούμεν τα σπάργανα, υμνούμεν την φάτνην, δοξολογούμεν την Αγίαν σου Γέννησιν, δι' ης και ελπίζομεν να απολαύσωμεν την Βασιλείαν σου. Αμήν.

---

και Καλλίστου Γουέαρ (Η Σάρκωσις Του Λόγου)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου