Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ






Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο περιγράφει δύο περιστατικά, ποὺ ἀποδείχνουν ἀκριβῶς αὐτὸν τὸν αὐστηρὰ ὁριοθετημένο χωρισμὸ ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, ἀνάλογα μὲ τὴν διάθεσή τους πρὸς τὸν Κύριο.

Στὸ πρῶτο, στὸ δεῖπνο στὴν Βηθανία, ὅσοι παρευρίσκονταν ἐκεῖ χωρίστηκαν ἐπίσης στὰ δύο: ἀπὸ τὴ μιὰ ἦταν οἱ ἀπόστολοι, ὁ Λάζαρος ποὺ εἶχε ἀναστηθεῖ καὶ οἱ ἀδερφές του Μάρθα καὶ Μαρία, ποὺ φιλοξενοῦσαν τὸν Κύριο. Ἀπὸ τὴν ἄλλη ἦταν ὁ προδότης Ἰούδας, ποὺ διαμαρτυρήθηκε ἐπειδὴ ἡ Μαρία ἄλειψε μὲ μύρο τὰ πόδια τοῦ Κυρίου.

  Στὸ δεύτερο περιστατικὸ ἦταν ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ οἱ ἄνθρωποι ποὺ ὑποδέχτηκαν
θριαμβευτικὰ τὸν Κύριιο κατὰ τὴν εἴσοδό Του στὴν Ἱερουσαλὴμ κι ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ φαρισαῖοι, οἱ γραμματεῖς κι οἱ ἀρχιερεῖς, ποὺ συνωμοτοῦσαν μεταξύ τους νὰ σκοτώσουν ὄχι μόνο τὸν Χριστό, ἀλλὰ καὶ τὸν φίλο Του Λάζαρο.
   «Ὁ οὖν Ἰησοῦς πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα ἦλθεν εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὅν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν» (Ἰωάν. ιβ´ 1). Ἕξι μέρες πρὶν ἀπὸ τὸ Πάσχα ὁ Ἰησοῦς ἦρθε στὴν Βηθανία, ἐκεῖ ποὺ ζοῦσε ὁ Λάζαρος, ποὺ εἶχε πεθάνει ἀλλὰ ὁ Χριστὸς τὸν ἀνέστησε. Ποῦ βρισκόταν πρὶν ὁ Κύριος; Ἀπὸ τὸ εὺαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ποὺ προηγεῖται ἀπὸ τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο, βλέπουμε πώς ὁ Κύριος, ἀμέσως μετὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου, ἀποσύρθηκε στὴν ἔρημο, σὲ μιὰ πόλη ποὺ ὀνομαζόταν Ἐφραίμ. Ἀποσύρθηκε γιὰ νὰ μὴ τὸν συλλάβουν καὶ τὸν σκοτώσουν οἱ πρεσβύτεροι τῶν Ἰουδαίων, ἐπειδὴ ἡ ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου εἶχε ξεσηκώσει τὴν ὀργή τους περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο θαῦμα ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος.
  Εἶναι φανερὸ πὼς ὁ Λάζαρος ἦταν ἕνας πολὺ γνωστὸς κι ἐπιφανὴς ἄνθρωπος. Αὐτὸ προκύπτει ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ἐπισκέπτες ποὺ εἶχε στὸ σπίτι του, τόσο ὅταν πέθανε ὅσο κι ὅταν ἀναστήθηκε. «Πολλοὶ ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐληλύθεισαν πρὸς τὰς περὶ Μάρθαν καὶ Μαρίαν ἵνα παραμυθήσονται αὐτὰς περὶ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτῶν» (Ἰωάν. ια’ 19). Καὶ μετὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου, πολλοὶ Ἰουδαῖοι πῆγαν εἰδικὰ γι’ αὐτὸ τὸν λόγο, γιὰ νὰ δοῦν δηλαδὴ τὸ θαῦμα ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος. Ἐπειδὴ λοιπὸν δὲν εἶχε ἔρθει ἀκόμα ἡ ὥρα Του, ὁ Κύριος ἀποσύρθηκε μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ κρύφτηκε ἀπὸ τοὺς κακεντρεχεῖς ἐχθρούς Του. Κι αὐτὸ τὸ ἔκανε γιὰ χάρη μας. Πρῶτον, ὥστε ὁ θάνατός Του νὰ μὴ γίνει κρυφά, ἀλλὰ μπροστὰ σὲ ἑκατοντάδες καὶ χιλιάδες μάρτυρες, ποὺ θὰ μαζεύονταν στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ νὰ γιορτάσουν τὸ Πάσχα. Γιὰ νὰ διαπιστώσει ὅλος ὁ κόσμος πὼς πραγματικὰ πέθανε κι ἑπομένως ἡ Ἀνάστασή Του μετὰ ἦταν ἕνα ὁλοφάνερο κι ἀδιαμφισβήτητο θαῦμα. Δεύτερον, γιὰ νὰ μᾶς διδάξει τὴν ἀπόλυτη ὑποταγὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, πὼς δὲν πρέπει νὰ βιαστοῦμε νὰ πεθάνουμε γιὰ τὸν ἄλφα ἢ τὸν βήτα λόγο, ὅπως ἐμεῖς ἀποφασίζουμε, ἀλλὰ νὰ κάνουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ ᾽μαστε ἕτοιμοι νὰ ὑποφέρουμε τὴν στιγμὴ ποὺ τὸ θεϊκὸ θέλημα θ’ ἀποφασίσει καὶ θὰ μᾶς ἀποκαλύψει. Ἂν δοθοῦμε ὁλοκληρωτικὰ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, οὔτε μιὰ τρίχα τοῦ κεφαλιοῦ μας δὲν θὰ πειραχτεῖ (πρβλ. Λουκ. κα´ 18). Ὅλα θὰ μᾶς συμβοῦν στὸν καιρό τους, ὄχι νωρίτερα ἢ ἀργότερα. Ἂν εἴμαστε ἄξιοι νὰ λάβουμε μαρτυρικὸ θάνατο γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ εἴμαστε ἀπόλυτα ὑποτεταγμένοι στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἐπιζητώντας τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ κι ὄχι τὴν δική μας, τότε ὁ μαρτυρικὸς θάνατός μας θὰ ἔρθει στὸν καιρό του καὶ μὲ τρόπο ποὺ θὰ ὠφελήσει τόσο ἐμᾶς ὅσο καὶ τοὺς γνωστούς μας.
   Δὲν πρέπει ἑπομένως νὰ σκεφτόμαστε πὼς ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἀπέφευγε τὸν θάνατο, μὲ τὸ νὰ κρύβεται ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς Του. Δὲν δραπέτευε, ἀλλὰ καθυστεροῦσε τὸν θάνατό Του, ὥσπου νά ᾽ρθει ἡ ὥρα ποὺ εἶχε ὁρίσει ὁ Πατέρας Του, ἡ ὥρα ποὺ ὁ θάνατός Του θὰ ὠφελοῦσε περισσότερο τὸν κόσμο. Τὸ ὅτι ὁ Κύριος δὲν φοβόταν τὸ πάθος καὶ τὸν θάνατο εἶναι ὁλοφάνερο ἀπὸ τὸ περιεχόμενο τοῦ εὐαγγελίου. Κάποτε ποὺ μιλοῦσε στοὺς μαθητές Του γιὰ τὸ πάθος καὶ τὸν θάνατό Του κι ὁ Πέτρος εἶπε πὼς αὐτὸ δὲν θὰ γινόταν ποτέ, ὁ Κύριος ἐπιτίμησε τὸν Πέτρο μὲ τὰ σκληρότερα λόγια: «Ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ· ὅτι οὐ φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων» (Μάρκ. η´ 33).
Ἕξι μέρες πρὶν ἀπὸ τὸ Πάσχα ὁ Κύριος γύρισε στὴν Βηθανία ὅπου ζοῦσε ὁ φίλος Του Λάζαρος, αὐτὸς ποὺ ὁ ἴδιος εἶχε νεκραναστήσει. Ἐκεῖ τὸν περίμενε ἕνα δεῖπνο. «Ἐποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ» (Ἰωάν. ιβ´ 2). Ἐκεῖ, στὴν Βηθανία, τοῦ ἑτοίμασαν δεῖπνο καὶ ἡ Μάρθα ἦταν καταπιασμένη μὲ τὴν ἑτοιμασία. Ἕνας ἀπὸ ἐκείνους ποὺ καθόταν κοντά Του ἦταν κι ὁ Λάζαρος. Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης δὲν ἀναφέρει σὲ ποιὸ σπίτι τοῦ παρέθεσαν τὸ γεῦμα. Ἀπὸ μιὰ πρώτη ματιὰ φαίνεται πὼς ἦταν τὸ σπίτι τοῦ Λαζάρου. Σύμφωνα ὅμως μὲ τὸν Ματθαῖο (κϛ´ 6) καὶ τὸν Μάρκο (ιδ´ 3), ποὺ ἀναφέρουν ἐπίσης τὸ γεγονός, φαίνεται καθαρὰ πὼς ἦταν στὸ σπίτι τοῦ Σίμωνος τοῦ Λεπροῦ. Διαφορετικὰ θά ᾽βγαζε κανεὶς τὸ συμπέρασμα πὼς τὸ συγκεκριμένο γεγονὸς ἔγινε δυὸ φορὲς στὴν Βηθανία, μέσα σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα: μιὰ φορὰ στὸ σπίτι τοῦ Λαζάρου, καὶ μιὰ στὸ σπίτι τοῦ Σίμωνος τοῦ Λεπροῦ, κάτι ὅμως ποὺ δὲν φαίνεται πιθανό. Ἀναμφισβήτητα ὁ Σίμων ὑποδέχτηκε τὸν Κύριο, ἐπειδὴ Ἐκεῖνος τὸν εἶχε θεραπεύσει ἀπὸ τὴν λέπρα. Διαφορετικὰ θὰ ἦταν ἀπερίσκεπτο νὰ τὸ κάνει, ὅταν λάβει κανεὶς ὑπ᾽ ὄψιν πὼς ὁ Μωσαϊκὸς νόμος ἀπαγορεύει αὐστηρὰ τὴν ἑτοιμασία φαγητοῦ καὶ τὴν ὑποδοχὴ καλεσμένων, ἀφοῦ μαζί του δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ ἔχουν ἐπαφὴ οὔτε κι οἱ στενότεροι συγγενεῖς του.
   Ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ. Ὁ εὐαγγελιστὴς τὸ ἐπισημαίνει μὲ ἔμφαση αὐτό, γιὰ νὰ καταδείξει τὴν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου. Ὁ νεκρὸς ἄνθρωπος ποὺ ἀναστήθηκε ζοῦσε κανονικὰ ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Κυκλοφοροῦσε, ἐπισκεπτόταν τοὺς ἄλλους, ἔτρωγε κι ἔπινε. Δὲν ἦταν κάποια ἄυλη σκιὰ ποὺ ἀπὸ κάποια παραίσθηση ἐμφανίστηκε στοὺς ἀνθρώπους κι ὕστερα ἐξαφανίστηκε. Ἦταν ἕνας ζωντανός, ὑγιὴς καὶ κανονικὸς ἄνθρωπος, ὅπως ἦταν καὶ προτοῦ ἀρρωστήσει καὶ πεθάνει. Ὁ Κύριος τὸν ἀνέστησε, τοῦ χάριστε ζωὴ κι ὕστερα ἀποσύρθηκε γιὰ λίγες μέρες ἀπὸ τὴν Βηθανία στὴν πόλη Ἐφραίμ. Ὁ Λάζαρος παρέμενε ζωντανὸς ὅσο κοντά του ἦταν ὁ Χριστός, ὅπως καὶ μετά. Δὲν μπορεῖ νὰ ἰσχυριστεῖ κανεὶς πὼς ὁ Λάζαρος ἦταν ζωντανὸς μόνο ὅσο βρισκόταν κοντὰ στὸν Χριστό.
  Προσέξτε τώρα. Ὅταν ὁ Κύριος γυρίζει στὴν Βηθανία, ὁ Λάζαρος κάθεται μαζί Του στὸ τραπέζι, εἶναι καλεσμένος τοῦ Σίμωνα, ποὺ ἦταν γείτονάς του, ἴσως καὶ συγγενής του. Τί θαυμάσιο θέαμα! Ὁ Κύριος κάθεται στὸ τραπέζι μαζί μὲ δυὸ ἀνθρώπους στοὺς ὁποίους εἶχε χαρίσει κάτι, ποὺ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τοὺς δώσει ἡ οἰκουμένη ὁλόκληρη. Τὸν ἕνα εἶχε νεκραναστήσει καὶ τὸν ἄλλον εἶχε θεραπεύσει ἀπὸ τὴ λέπρα. Τὰ σώματα καὶ τῶν δυὸ εἶχαν φθαρεῖ, τοῦ ἑνὸς στὸν τάφο καὶ τοῦ ἄλλου ἀπὸ τὴ λέπρα. Μὲ τὴν θαυματουργικὴ δύναμή Του ὁ Κύριος ἔδωσε στὸν ἕνα τὴ ζωὴ καὶ στὸν ἄλλον τὴν ὑγεία. Καὶ τώρα, λίγο προτοῦ πάρει τὸν δρόμο γιὰ τὴν σταύρωση, πῆγε νὰ τοὺς δεῖ καὶ τοὺς συνάντησε σὰν δυὸ εὐγνώμονες φίλους. Ἂχ, καὶ νὰ ξέραμε ὅλοι μας πὼς μᾶς σώζει ὁ Χριστὸς κάθε μέρα ἀπὸ τὴν φθορὰ κι ἀπὸ τὴν λέπρα αὐτῆς τῆς γῆς, ποὺ προκαλοῦνται ἀπὸ τὰ πάθη! Τότε θὰ τὸν ὑποδεχόμασταν διαρκῶς μέσα στὴν καρδιά μας καὶ δὲν θὰ τὸν ἀφήναμε ποτὲ νὰ φύγει ἀπὸ τὸν οἶκο τῆς ψυχῆς μας.
ἀπὸ τὸ βιβλίο «Καιρὸς μετανοίας»,
β´ ἔκδ., Ἀθῆναι 2012, μετάφρ. Π. Μπότση, σελ. 220-224
Πηγή: Άγια Μετέωρα
Επιμέλεια θέματος: Δέσποινα Σεμερτζίδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου