Τὸν μακάριον, λοιπόν, ἐκεῖνον καὶ μεγάλον Ἠλίαν, τὸν προφήτην, αὐτόν, ποὺ εἶναι πιὸ ἐπάνω ἀπὸ τὰ νέφη, ἡ χήρα ἐκείνη, ἡ ὁποία ὑμνήθηκε καὶ ἐπαινέθηκε πολύ, φιλότιμα τὸν ὑποδέχθηκε κάποτε, ἔχοντας μόνον μίαν μικρὴν φούχταν ἀλεῦρι, νικώντας μὲ τὸν πόθον τῆς φιλοξενίας τὸ βάθος τῆς φτώχειας της. Ἐγὼ δὲ τώρα, αὐτὸ τὸ ποίμνιον τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ πού, ἐνῷ οἱ δυνάμεις μου δὲν τὸ ἐπιτρέπουν, ἀναγκάζομαι νὰ φιλοξενήσω, μὲ μίαν γλῶσσαν, ἡ ὁποία εἶναι πιὸ φτωχὴ ἀπὸ τὴν φούχτα τὸ ἀλεύρι, πῶς θὰ παραθέσω τράπεζαν; καὶ ποιὸν καμψάκη (δοχεῖον λαδιοῦ καὶ ἄλλων ὑγρῶν) θὰ εὕρω, νὰ πηγάζῃ, γιὰ νὰ ὑποδεχθῶ αὐτὴν τὴν ὥραν τὴν νύμφην τοῦ Χριστοῦ; Χρησιμοποίησε ἐσὺ γιὰ ἐμᾶς, ὦ μακαρία χήρα, λίγο ἀλεύρι τῆς πίστεως.
Μᾶλλον δὲ ἐσὺ ὁ ἴδιος, ὦ μακάριε Ἠλία, ἐσὺ ποὺ ἔθρεψες ἐκείνην τὴν χήραν, ποὺ σὲ ἔθρεψε, εἶπε καὶ σὲ ἐμᾶς ἕνα λόγον φιλανθρωπίας ἀνεξάντλητον. Γιατὶ αὐτὸς ὁ λαὸς εἶναι τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μαζὶ μὲ τὸν Μωϋσῆν ὕμνησεν ἐπάνω στὸ ὄρος τὴν
