Επιστολή 1η
Όσον περνά η ηλικία μου,
τόσον και αισθάνομαι των επιγείων το άστατον, το μάταιον. Αχ, τι μάτην
ταραττόμεθα; Βραχύς ο βίος μας, κόνις, τέφρα, όνειρον και εις ολίγον καιρόν
αχρειούμεθα. Σήμερον έχεις υγείαν και αύριον την χάνεις.
Σήμερον γελά το πρόσωπον και
εις ολίγον σκυθρωπάζεις. Τα μάτια από την πολλήν χαράν και αγάπην κλαίουν και
εντός ολίγου κλαίουν από τον πόνον και την θλίψιν. Σήμερον ευσταθεί το
οικονομικόν, αύριο δυστυχία. Σήμερον ειδήσεις ευχάριστοι και εντός ολίγου
δυσάρεστοι τας αντικαθιστούν.
Μάτην ταραττόμεθα, ο βίος
σκιά και ενύπνιον. Που είναι οι γονείς μας, τα αδέλφια μας, οι παππούδες μας;
Όλους ο τάφος τους εδέχθη, όλους η φθορά και οι σκώληκες τους αχρείωσαν. Ο
τάφος και η φθορά αναμένει και ημάς! Ο Χριστός, μας έδωσε την εξουσίαν τέκνα
Θεού να γίνωμεν, αρματώσας ημάς με

