Η γιαγιά μου ήταν νεωκόρος, σε μία Εκκλησία στην οποία υπηρέτησε ο παπά Νικόλας ο Πλανάς, όταν ήταν ιερέας στην Νάξο. Μία των ημερών, ημέρα Πέμπτη, λέει ο παπά Νικόλας στον προϊστάμενο ιερέα του Ναού:
«Πάτερ μου, έχω ένα επείγον ραντεβού στην Πάρο σήμερα, δώσε μου την ευχή σου να πάω να τακτοποιήσω την υπόθεση που έχω…» και ο προϊστάμενος του έδωσε την άδεια.
Μόλις φεύγει ο παπά Νικόλας για το επείγον ραντεβού του στην Πάρο, ο προϊστάμενος ιερέας φωνάζει την γιαγιά μου και της λέει: «Είναι η πρώτη φορά που ο παπά Νικόλας μου είπε ψέματα. Θέλει, λέει, να πάει στην Πάρο, σήμερα, για κάποια υπόθεση… Πώς θα πάει στην Πάρο, αφού κάθε Πέμπτη δεν έχει καράβι για την Πάρο;; Κάνε μου την χάρη, σε παρακαλώ, τρέξε γρήγορα και παρακολούθησε να δεις τι γίνεται».
Τρέχει η γιαγιά μου και βλέπει τον παπά Νικόλα να κατευθύνεται προς μία απόμακρη παραλία. Κοίταζε η γιαγιά μου για κάποιο καΐκι ή βάρκα αλλά τίποτα, ερημιά. Τότε ξαφνικά, βγάζει το ράσο του ο παπά Νικόλας, το πετάει στην θάλασσα, και μ’ ένα σάλτο ευρίσκεται πάνω στο ράσο και αρχίζει επί του ράσου να πλέει με κατεύθυνση την νήσο Πάρο!
Σαστίζει η γιαγιά μου! Τρέχοντας επιστρέφει στον Ναό, έκθαμβη θα έλεγα, και περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια όλα τα θαυμαστά που έζησε στον προϊστάμενο. Ο προϊστάμενος ιερέας δεν επίστεψε λέξη, και είπε στην γιαγιά μου: «Αυτά τα



