ᾌσωμεν πάντες λαοὶ τῷ ἐπὶ ὤμων Χερουβὶμ ἀναληφθέντι, μετὰ δόξης Χριστῷ, καὶ συγκαθίσταντι ἡμᾶς ἐν δεξιᾷ τοῦ Πατρός, ᾠδὴν ἐπινίκιον, ὅτι δεδόξασται.
Ἐκ δεξιᾶς καθίσας πατρικῆς Λόγε, Μύσταις παρασχὼν πίστιν ἀσφαλεστέραν.
Αγιογραφείται η ανάληψη, ως ανάβαση μετά σώματος από την γη στον ουρανό. Αφορά ‘’ειδικά’’ το σώμα, αφού πνευματικά, ποτέ δεν αποχωρίστηκε Του Πατρός. Επί του πρακτέου, η ανάβαση του ‘’σώματος’’ ξεκινά ακόμη από πιο κάτω κι είναι προϋπόθεση, μαζί με όλες τις δεσποτικές και θεομητορικές εορτές, για την τελική ‘’σημερινή’’ που εορτάζουμε.
Όπως το ασανσέρ που μας ανεβάζει όχι μόνο από την γη προς το υπέργειο και τους άνω ορόφους και τέρμα (πεντηκοστή, ως φωτισμό και θέωση) αλλά παραλαμβάνοντάς μας από το υπόγειο, έτσι και η ανάληψη φυσικά και δεν εξαντλείται σε μια χρονικά περιορισμένη γιορτή, αλλά στην διάσταση που της αρμόζει, ως διαμπερής. Από το τέρμα του βάθους και σκότους έως τον πλήρη φωτισμό.





