Στα Τουρκοβούνια πού μέναμε, ή τοποθεσία ήταν πολύ κατηφορική. Σηκωνόμουν πολύ πρωί, έφευγα για την εκκλησία, τον Άγιο Γεράσιμο, και γύριζα το βράδυ. Ό δρόμος έξω άπ' το σπίτι μας ήταν ένας δρόμος δύσκολος κι είχε μεγάλη κατωφέρεια. Κάποιο πρωινό έπεσα κάτω κι έσπασα το πόδι μου.
Ήταν Κυριακή πρωί, δεν είχε καλά καλά ξημερώσει κι υπήρχε ησυχία. Έτσι άκουσαν τα βογγητά μου κάποιοι άνθρωποι, βγήκαν έξω κι αμέσως κάλεσαν ασθενοφόρο. Ήλθε το ασθενοφόρο, με πήγε στο νοσοκομείο. Είχα σπάσει το αριστερό μου πόδι στην κνήμη.
Όλα τα κόκαλα είχαν γίνει θρύψαλα. Οι πόνοι μου ήταν αφόρητοι. Όταν μ' έφθασαν στην Πολυκλινική, με κατέβασαν άπ' το ασθενοφόρο και μ' έβαλαν σ' ένα κρεβάτι. Οι γιατροί απεφάσισαν να βάλουν το πόδι μου στο γύψο. Ό κόσμος περίμενε να λειτουργήσω. Αναγκάσθηκαν να φύγουν.
Ήταν Κυριακή πρωί, δεν είχε καλά καλά ξημερώσει κι υπήρχε ησυχία. Έτσι άκουσαν τα βογγητά μου κάποιοι άνθρωποι, βγήκαν έξω κι αμέσως κάλεσαν ασθενοφόρο. Ήλθε το ασθενοφόρο, με πήγε στο νοσοκομείο. Είχα σπάσει το αριστερό μου πόδι στην κνήμη.
Όλα τα κόκαλα είχαν γίνει θρύψαλα. Οι πόνοι μου ήταν αφόρητοι. Όταν μ' έφθασαν στην Πολυκλινική, με κατέβασαν άπ' το ασθενοφόρο και μ' έβαλαν σ' ένα κρεβάτι. Οι γιατροί απεφάσισαν να βάλουν το πόδι μου στο γύψο. Ό κόσμος περίμενε να λειτουργήσω. Αναγκάσθηκαν να φύγουν.
