- σ’ευχαριστώ παιδί μου. Είναι η τελευταία φορά που υμνολογώ* την Παναγία μας ‘’γλώσση’’. Σ’ ευχαριστώ. Η γλυκειά σου φωνή θα με συνοδεύει στον ουρανό.
Από εκείνη την στιγμή σταμάτησε να μιλά ο Βατάτζης.
Ήταν φορές που έκανε νεύμα στον Θεόδωρο να πάει κοντά του, να καθίσει πλάι του, να τον αγγίξει και να του μιλήσει. Δεν κατάφερε όμως να πει ούτε λέξη.
Οι δύο άνδρες δάκρυζαν και κοίταζαν ο ένας τον άλλον. Ο Θεόδωρος πέρασε ένα μαρτύριο αυτό το διάστημα, που ήταν και οι δύο σκηνίτες. Όταν πια είχαν εξαντληθεί τα περιθώρια ζωής για το Βατάτζη, κάλεσε τον Θεόδωρο κοντά του. Τον αγκάλιασε με τα αδύναμα σκελετωμένα χέρια του, τον φίλησε στο μέτωπο με τα τρεμάμενα χείλη του και του είπε χαμηλόφωνα τα τελευταία λόγια.
- Σου μεταγγίζω τον κόσμο μου, παιδί μου Θεόδωρε.
Να αναστήσεις την Πόλη.
Φυλάξου από τους φαρισσαίους.
Ο Θεός και η Παναγία να σε προστατεύουν, κανείς άλλος.
Στην Ιερά μονή Σώσανδρα να καταθέσεις το κορμί μου.
Την Πόλη, την Κωνσταντινούπολη… παιδί μου.



