Οἱ μακαρισμοί ἀποτελοῦν μία ἁλυσίδα πνευματικοῦ βίου, χριστιανικῆς τελειότητος. Εἶναι ἡ περίληψη τοῦ εὐαγγελικοῦ νόμου, τόσο πρός τήν πίστη, ὅσο καί πρός τό ἦθος. Εἶναι ἕνας καθρέφτης τῆς ζωῆς μας, πού μᾶς δείχνει τί ἀγγίξαμε καί ποῦ ὑστεροῦμε.
Οἱ ἐννέα μακαρισμοί ἀποτελοῦν ἕνα κριτήριο τῆς χριστιανικῆς μας ἰδιότητος. Καί συγκεκριμένα:
Ὁ Πρῶτος μακαρισμός δείχνει τόν βαθμό τῆς ταπεινώσεως τῆς διανοητικῆς, της ἠθικῆς καί τῆς σωματικῆς αὐτογνωσίας μας, ἀλλά καί τῆς θεληματικῆς πτωχείας γιά τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ὁ δεύτερος μακαρισμός ἀναφέρεται στό κατά Θεόν πένθος, πού εἶναι τό ὑπόστρωμα τῆς μετανοίας, καί πού γεννᾶ τή χαρμολύπη. Στό κατά Θεόν πένθος κατοικεῖ μόνιμα καί ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ.
Οἱ ἐννέα μακαρισμοί ἀποτελοῦν ἕνα κριτήριο τῆς χριστιανικῆς μας ἰδιότητος. Καί συγκεκριμένα:
Ὁ Πρῶτος μακαρισμός δείχνει τόν βαθμό τῆς ταπεινώσεως τῆς διανοητικῆς, της ἠθικῆς καί τῆς σωματικῆς αὐτογνωσίας μας, ἀλλά καί τῆς θεληματικῆς πτωχείας γιά τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ὁ δεύτερος μακαρισμός ἀναφέρεται στό κατά Θεόν πένθος, πού εἶναι τό ὑπόστρωμα τῆς μετανοίας, καί πού γεννᾶ τή χαρμολύπη. Στό κατά Θεόν πένθος κατοικεῖ μόνιμα καί ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ.
