«… Τότε ὅπου μόδωσε ἀπὸ τὸ φόρεμα καὶ τὴν σκέπη, μοῦ εἶπε (σ.σ. ὁ Θεός): Εἶσαι ὁ πρόδρομος τῆς πιτροπῆς ὅπου θὰ συστήσω, ὅποτε εἶναι ἡ ὥρα, καὶ τὴν ζωή σου σοὺ ἀσφάλισα καὶ τὴν ψυχή σου»! σέλ. 140
«Μία βραδιὰ κοιμόμουν μέσα εἰς τὶς εἰκόνες (εἶχα ἐκεῖ τὸ γιατάκι μου)….. καὶ μὲ πῆραν καὶ μὲ πῆγαν ἀπάνω, σὲ μία πεδιάδα, ὅμως πολλὰ λυπηρή….. Κολλώντας εἰς τὴν πεδιάδα ἐκείνη, ἦταν ὁ ἀφέντης μᾶς (σ.σ. Πατήρ), εἰς τὸ δεξιόν του ὁ Χριστός, εἰς τὸ δεξιόν του Χριστοῦ ἡ Θεοτόκο καὶ ὡς δώδεκα ἅγιοι (τὸν ἅγιον Γιάννη τὸν Βαφτιστῆ τὸν γνώρισα πολὺ καλά), καὶ ἦταν ὅλοι εἰς τὰ μαῦρα, ὁ ἀφέντης καὶ οἱ ἄλλοι ὅλοι, καὶ κάθονταν. Εἰς τὸ ἀριστερὸν μέρος ἦταν ὅσοι εἶχαν ἐγκλήματα πολλὰ καὶ ὅσοι εἶχαν παιδιὰ βαφτισμένα καὶ ἔκαναν ἁμαρτία μὲ τὶς κουμπάρες τους, καὶ ὅσοι κορίτσια ἔφθειραν, ἦταν καὶ ἄλλοι πολλοὶ ἐγκληματίες….. ὕστερα

