Ὁ Ἄσωτος υἱὸς ἔζησε ἄσκοπα καὶ σπατάλησε ὅλη τὴν περιουσία ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ πατέρας του. Κι ἀφοῦ τὰ ξόδεψε ὅλα, στὴ μακρινὴ αὐτὴ χώρα ἔπεσε πείνα μεγάλη κι ἄρχισε κι ὁ ἴδιος νὰ πεινᾶ. Στὴ μακρινὴ αὐτὴ χώρα, μακριὰ πολὺ ἀπὸ τὸν Θεό, ὑπάρχει πάντα πείνα, γιατί ἡ γῆ δὲν μπορεῖ νὰ χορτάσει τὸν πεινασμένο ἄνθρωπο.
Ἡ τροφὴ της τὸ μόνο ποὺ κάνει, εἶναι νὰ αὐξάνει τὴν πείνα του. Ἡ γῆ μόνο τὰ ἄλογα ζῶα μπορεῖ νὰ χορτάσει. Σὲ καμιὰ περίπτωση δὲν μπορεῖ νὰ χορτάσει τὸν ἄνθρωπο. Στὴ μακρινὴ χώρα πάντα ὑπάρχει πείνα. Ὁ ἁμαρτωλὸς ποὺ ξεχνᾶ τελείως τὸν Θεὸ καὶ δαπανᾶ ὅλες τὶς ζωτικὲς δυνάμεις του, ποὺ ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε μὲ τὸ μερίδιό του, πέφτει σὲ μεγάλη πείνα. Μία πείνα ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὴν κορέσει οὔτε γιὰ μία στιγμὴ ἡ γῆ ὁλόκληρη, μὲ ὅλα τὰ ἀγαθά της.
Ἡ τροφὴ της τὸ μόνο ποὺ κάνει, εἶναι νὰ αὐξάνει τὴν πείνα του. Ἡ γῆ μόνο τὰ ἄλογα ζῶα μπορεῖ νὰ χορτάσει. Σὲ καμιὰ περίπτωση δὲν μπορεῖ νὰ χορτάσει τὸν ἄνθρωπο. Στὴ μακρινὴ χώρα πάντα ὑπάρχει πείνα. Ὁ ἁμαρτωλὸς ποὺ ξεχνᾶ τελείως τὸν Θεὸ καὶ δαπανᾶ ὅλες τὶς ζωτικὲς δυνάμεις του, ποὺ ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε μὲ τὸ μερίδιό του, πέφτει σὲ μεγάλη πείνα. Μία πείνα ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὴν κορέσει οὔτε γιὰ μία στιγμὴ ἡ γῆ ὁλόκληρη, μὲ ὅλα τὰ ἀγαθά της.


































